Ο Μαγικός Κόσμος του παιδικού βιβλίου: Μια ιστορία θα σας πω… (Οι περιπέτειες της Ρόζας)

Μία ιστορία θα σας πω…

Οι περιπέτειες της Ρόζας

Συγγραφέας & Εικονογράφος: Αλέξης Κυριτσόπουλος

Σειρά: ΑΝ ΔΙΑΒΑΖΑ… ποιητές της γενιάς του ’30

Εκδόσεις: Ίκαρος & Μουσείο Μπενάκη

Χρονολογία έκδοσης: 2013

Εδώ και καιρό έχω επάνω στο γραφείο μου το βιβλίο «Οι περιπέτειες της Ρόζας» με σκοπό να το παρουσιάσω, αλλά πάντα για κάποιον λόγο το ανέβαλα. Τελικά, αυτή τη φορά, πήρα την απόφαση να το πιάσω και να γράψω γι’ αυτό. Προσπαθώντας να δικαιολογήσω αυτή μου την αντίδραση έκανα πολλές σκέψεις. Τελικά, οδηγήθηκα σε κάτι που συχνά ακούγεται και λέγεται από το κύκλο των λογοτεχνών, ότι κάθε μετάφραση ή διασκευή ενός έργου φέρνει ένα νέο κείμενο, είναι μια νέα, ξεχωριστή δημιουργία που όσο κι αν προϋπάρχει, πλάθεται εκ νέου από αυτόν που καταπιάνεται μαζί της. Έτσι, λοιπόν, θα αντιμετωπίσω το βιβλίο αυτό: δεν θα ψάξω καμία σύνδεση και αναλογία του κειμένου του Κυριτσόπουλου με το έργο του Ρίτσου, αλλά θα το δεχτώ και θα μιλήσω γι’ αυτό ως μια νέα δημιουργία από έναν άνθρωπο που εισέπραξε κάποια πράγματα διαβάζοντας και γνωρίζοντας το έργο ενός άλλου και έδωσε σε εμάς μια νέα ιστορία, τόσο ως κείμενο – ιστορία όσο κι ως εικονοπλασία.  

Η Ρόζα, λοιπόν, είναι ένα κορίτσι που φτιάχνει έναν χιονάνθρωπο. Ύστερα, κι όσο εκείνη λείπει, έρχονται κι άλλοι κι άλλοι κι άλλοι. Και αρχίζουν να πολεμάνε μέχρι που βγήκε ο ήλιος κι άρχισαν να λιώνουν. Αργότερα, κι ενώ ο καιρός χάλαγε και έφτιαχνε συνέχεια, η Ρόζα συνάντησε μια πεταλούδα κι άρχισε να την κυνηγάει. Η πεταλούδα την οδήγησε στο αρχοντικό της κυρίας Φαίδρας, που ζούσε μόνη της. Πέρασε κι άλλες περιπέτειες η Ρόζα. Μόνη της, μαζί με την κυρία Φαίδρα, μαζί με τις πεταλούδες. Έκανε μια διαδρομή στο χρόνο και τις εποχές μέχρι που ήρθε ξανά η άνοιξη. Κι απ’ ό,τι φαίνεται είχαν αλλάξει πολλά…

Οι περιγραφές αρκούνται στα απολύτως απαραίτητα. Μία με δύο φράσεις για κάθε σελίδα και τα υπόλοιπα τα αφηγούνται οι εικόνες. Ο Κυριτσόπουλος απλά εντοπίζει και μας δίνει την πραγματικότητα που εκείνη την ώρα θα μπορούσε κάποιος να δει, επικεντρώνοντας τη ματιά του μόνο σε αυτό που συμβαίνει. Είναι σαν να έχει έναν φακό που φωτίζει ένα και μόνο συγκεκριμένο σημείο κάθε φορά, σαν να μην υπάρχει τίποτα άλλο. Ακόμα και η εικονογράφηση ακολουθεί αυτό το μοτίβο. Ακούει την ιστορία και δημιουργεί εικόνες. Κι αυτή η αφαίρεση είναι που φέρνει τον αναγνώστη σε μια ενσυναίσθηση: δεν χρειάζεται να ακούσει πολλά ούτε να δει φαντασμαγορίες. Αρκούν ελάχιστες λέξεις και λίγες γραμμές για να τον κάνουν να συναισθανθεί το τι συμβαίνει. Είναι σαν αυτό που μου έχουν πει οι μαθητές μου «μπήκα στην ιστορία και άκουσα τι ψιθύριζαν, τι έλεγαν οι ήρωες μεταξύ τους». Είναι η δράση που φανερώνεται μέσα από την έλλειψη και την αφαίρεση αυτών που τελικά δεν χρειάζονται και δεν προσθέτουν τίποτα ουσιαστικό.

Είναι ένα κείμενο που, παρόλο που δεν έχει ρυθμό – στίχους – στροφές –  ομοιοκαταληξία όπως ορίζονται συμβατικά, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ποιητικό λόγω της αποστέωσης από καθετί περιττό. Οι λέξεις και οι περιγραφές, με λεξιλόγιο πολύ απλό αλλά ταυτόχρονα πολύ στοχευμένο και ακριβές, κινούνται σε μια φαινομενική ηρεμία μιας και δεν υπάρχει φόρτιση μέσω αυτών αλλά τα νοήματα, σε συνδυασμό και με τις εικόνες, δίνουν ένταση συναισθηματική. Αφήνουν τον αναγνώστη να δημιουργήσει και να προχωρήσει την κάθε σκηνή με δικό του τρόπο χωρίς να καταργείται ή να μειώνεται η ιστορία που διαβάζει.

Οι εικόνες, τώρα, εμπλουτίζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό την ιστορία. Σε κάποια σημεία, μάλιστα, η ιστορία προχωράει μόνο μέσω αυτών – χωρίς λόγια. Όπως και στο κείμενο, έτσι κι εδώ φωτίζονται οι πτυχές που δίνουν νόημα και βοηθούν στην εξέλιξη της ιστορίας. Στην αρχή γίνεται ένα παιχνίδι με το άσπρο και το μαύρο και ελάχιστα άλλα χρώματα. Οι φιγούρες φαίνονται να ξεπροβάλουν από κάτι σκοτεινό. Σαν να μην υπάρχει τίποτα άλλο εκεί τη στιγμή εκείνη. Σε άλλα σημεία είναι σαν να απομακρύνεται ο φακός και ο αναγνώστης – θεατής παρακολουθεί τα τεκταινόμενα από μακριά. Τότε οι μορφές είναι τελείως αφαιρετικές: τελείες και γραμμές συνδυάζονται για να δώσουν το σκηνικό. Οι εικόνες είναι σαν να παίζουν το παιχνίδι που αρέσει στα παιδιά: στο αόριστο να δίνουν ζωή και χαρακτηριστικά: βούλες που είναι χιονάνθρωποι και σύννεφα που, με τη βοήθεια της φαντασίας, γίνονται θηρία.

Αργότερα, όταν η Ρόζα συναντάει την πεταλούδα και μετά την κυρία Φαίδρα, οι εικόνες γίνονται πιο φωτεινές και τα σκούρα χρώματα παύουν. Όσο η Ρόζα είναι μόνη της στη φύση και παίζει ή φτιάχνει πράγματα κυριαρχούν τα μουντά ή σκούρα χρώματα και το λευκό. Όταν η Ρόζα βρίσκει την πεταλούδα και την κυρία Φαίδρα αυτά χάνονται.

Ίσως να είναι τελείως αυθαίρετη η σκέψη μου αυτή αλλά το πώς χρησιμοποιούνται τα χρώματα και το γεγονός ότι το βιβλίο τελειώνει και η εποχή είναι η άνοιξη, μου έδωσε την αίσθηση ότι πίσω από τις λέξεις και τα χρώματα, ο τρόπος που έχουν συνδυαστεί όλα θα μπορούσε να συσχετιστεί και με την πορεία του κάθε ανθρώπου στην προσπάθειά του να βρει άλλους και να επικοινωνήσει μαζί τους, γεγονός που δίνει μεγάλη χαρά στον καθένα. Και προχωρώντας την σκέψη αυτή ένα επίπεδο παραπάνω, η ιστορία αυτή δεν είναι παρά μια πορεία όπου ο Κυριτσόπουλος συναντάει και επικοινωνεί με τον Ρίτσο στο πεδίο της γραφής και γενικότερα της δημιουργίας.    

Την εικονογράφηση της στήλης έχει επιμεληθεί η Πωλίνα Παπανικολάου. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στον σύνδεσμο:

www.polinapapanikolaou.com

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια

Σχολίασε
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια

Μπορείτε να είστε πρώτος που θα αφήσει ένα σχόλιο

Σχολίασε

Όλα τα σχόλια
Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις απαιτούμενες πληροφορίες (*). Βασικός κώδικας HTML επιτρέπεται.