Ο Μαγικός Κόσμος του παιδικού βιβλίου: Μια ιστορία θα σας πω… (Η Κοκκινοσκουφίτσα)

Μία ιστορία θα σας πω…

Η Κοκκινοσκουφίτσα

Συγγραφέας: (Jacob & WilhelmGrimm)

Μετάφραση: Μαρία Τοπάλη

Εικονογράφος: PaoloGhezzi

Εκδόσεις: Νεφέλη

Χρονολογία έκδοσης: Ιούνιος 2011

«Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένα γλυκό, μικρό κοριτσόπουλο»

 

Έτσι ξεκινάει το βιβλίο που κρατώ αυτή τη φορά στα χέρια μου. Και δεν είναι άλλο από την ιστορία της Κοκκινοσκουφίτσας. Την αληθινή ιστορία, όπως την κατέγραψαν οι αδελφοί Γκριμμ, στην προσπάθειά τους να συγκεντρώσουν, καταγράψουν και εντέλει διασώσουν στο πέρασμα του χρόνου το πλήθος των λαϊκών παραμυθιών που ακούγονταν στα χωριά της Γερμανίας.

Διαβάζοντας τον πρόλογο των αδελφών Γκριμμ για το έργο τους (1819) εντυπωσιάστηκα όταν είδα να λένε για τα παραμύθια ότι «απ’ το πλήθος που ανθούσε στο παρελθόν δεν είχαν σωθεί παρά λιγοστά μόνο λουλουδάκια εδώ κι εκεί. πως ακόμα κι η ανάμνηση είχε χαθεί ολότελα σχεδόν», ενώ παράλληλα ανακουφίστηκα που δεν είναι εδώ τώρα να δουν την εξέλιξή τους στην σημερινή εποχή που το «μια φορά κι έναν καιρό» έχει μείνει ως ανάμνηση και αναπαράγεται με έναν σχεδόν φολκλορικό τρόπο και η πληθώρα των παραμυθιών που κάποτε λέγονταν έχει μειωθεί στο ελάχιστο ενώ ταυτόχρονα ό,τι έχει απομείνει έχει απλουστευθεί χάνοντας τη μορφή, το νόημα και την αξία που κάποτε είχε ή έχει μεταλλαχτεί σε παραλλαγές που αντιστρέφουν την ιστορία: τους ήρωες, το ποιος είναι «καλός» και ποιος «κακός» και ούτω καθεξής.

Ας δούμε όμως την ιστορία της Κοκκινοσκουφίτσας ως προς τη δομή της ως παραμύθι. Η ηρωίδα είναι η γνωστή σε όλους Κοκκινοσκουφίτσα. Το μικρό κοριτσόπουλο που όλοι αγαπούσαν με την πρώτη ματιά. Πιο πολύ απ’ όλους την αγαπούσε η γιαγιά της, η οποία της έδωσε το δώρο που έγινε αιτία να της δοθεί αυτό το όνομα. Όπως σε όλα τα παραμύθια, έτσι και σε αυτό, υπάρχουν τρεις συμβουλές που δίνονται στον ήρωα οι οποίες είναι το κλειδί για να κάνει το πέρασμα – να αποφύγει τον κίνδυνο-κακό που ελλοχεύει. Οι συμβουλές αυτές δεν είναι άλλες από τις παραινέσεις της μαμάς που λέει να φύγει πριν πιάσει πολλή ζέστη, να ακολουθήσει πιστά το μονοπάτι και να είναι ευγενική με την άρρωστη γιαγιά. Η Κοκκινοσκουφίτσα ακούει και υπόσχεται την τήρησή τους. Όμως το νεαρό της ηλικίας της την κάνει να τους ξεχάσει και να παρασυρθεί από ό,τι συναντάει στο δάσος. Η αφέλειά της την κάνει να μιλήσει στον λύκο –που συμβολίζει το κακό-τον κίνδυνο-αυτόν που φέρνει τη δοκιμασία– ο οποίος φτάνει πρώτος στο σπίτι της γιαγιάς όπου την κατασπαράζει και ντύνεται με τα ρούχα της για να περιμένει το επόμενο θύμα του, την Κοκκινοσκουφίτσα. Την ώρα που φτάνει η Κοκκινοσκουφίτσα, δηλαδή την ώρα της δοκιμασίας, έχουμε την επανάληψη του μοτίβου που δεν είναι άλλο από το ίδιο ξεκίνημα στα λόγια τόσο του λύκου όσο και της Κοκκινοσκουφίτσας. Αυτό προσθέτει ένταση και φόρτιση στην εξέλιξη αλλά και ρυθμό ή/και ένα προβλέψιμο στοιχείο που υπάρχει στα παραμύθια ενώ παράλληλα γίνεται και η κορύφωση επειδή εκείνη είναι η στιγμή που η Κοκκινοσκουφίτσα πέφτει στα δόντια του λύκου. Κάτι ακόμα που μπορούμε να πούμε εδώ είναι η σύμβαση που υπάρχει ότι στα παραμύθια όλα μπορούν να συμβούν – όλα είναι επιτρεπτά και ακολουθούν τους δικούς τους εσωτερικούς κανόνες που γίνονται από όλους (εντός και εκτός παραμυθιού) δεκτοί. Έτσι, μπορεί έναν λύκος να συνομιλεί με έναν άνθρωπο και αργότερα οι ήρωες να βγαίνουν απλά φοβισμένοι μέσα από την κοιλιά του. Τελικά το πέρασμα γίνεται. Το πέρασμα ως ενηλικίωση, ως μετάβαση και εμβάπτιση στον κόσμο των ενηλίκων. Στον σκοπό αυτό βοήθησε ο κυνηγός, που περνώντας από το σπίτι αντιλήφθηκε τι συνέβαινε και έδωσε με απλό τρόπο τη λύση – ξανά ακολουθώντας τις νόρμες των παραμυθιών.    

Ας πάμε όμως ξανά στη μετάφραση της Μαρίας Τοπάλη. Ένα από τα σημαντικά που έχει αυτή η έκδοση είναι ότι η μετάφραση ακολουθεί πιστά το κείμενο που παρέδωσαν οι αδελφοί Γκριμμ, κάνοντάς μας γνωστό το πώς ακριβώς ήταν γραμμένο τότε. Το γεγονός αυτό δεν καθιστά το κείμενο παλαιομοδίτικο. Αντιθέτως, με τον τρόπο που αποδίδεται η ιστορία, με εκφράσεις και λέξεις που είναι κοντά στο λεξιλόγιο που χρησιμοποιείται σήμερα, αποφεύγοντας εκφράσεις παλαιότερων ετών (που θα ήταν ή άγνωστες στα παιδιά σήμερα ή θα ακούγοντας αστείες και παράξενες), το παραμύθι έρχεται ξανά κοντά στα παιδιά ως κάτι οικείο που μπορούν να γνωρίσουν.

Με τον ίδιο τρόπο κινείται και η εικονογράφηση του Ghezzi, αναγνωρίσιμος πλέον από το παιδικό αναγνωστικό κοινό. Απλές γραμμές με φωτεινά χρώματα, που συχνά θυμίζουν σχέδια παιδιών. Περιορίζεται μόνο στα απαραίτητα στοιχεία που πλάθουν την ιστορία και συχνά επικεντρώνεται σε αυτά αλλάζοντας το μέγεθός τους. Έτσι ο λύκος που έχει μέγεθος ενός σκύλου δίπλα στην Κοκκινοσκουφίτσα, όταν φτάνει στην γιαγιά το ύψος του είναι όσο και ο τοίχος του σπιτιού! Επίσης, για τις ανάγκες του παραμυθιού, ο λύκος πότε φαίνεται με την πραγματική του μορφή, δηλαδή ως ζώο και πότε γίνεται ανθρωπόμορφος και στέκεται όρθιος, ακουμπώντας στον κορμό του δέντρου και μασώντας το κοτσανάκι από ένα λουλουδάκι. 

Δεν πρέπει να ξεχάσουμε το τέλος της ιστορίας μας. Όλοι γνωρίζουν ότι στο τέλος ο λύκος πεθαίνει (τρόπον τινά) και η Κοκκινοσκουφίτσα με τη γιαγιά γλιτώνουν. Η ανατροπή εδώ είναι ότι και σε αυτό το σημείο η Τοπάλη μένει πιστή στην ιστορία (και πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει άλλωστε!) και το τέλος δεν είναι άλλο από το τέλος που δίνουν οι αδελφοί Γκριμ. Η ιστορία δεν τελειώνει έτσι. Στο πέρασμα των χρόνων ένα κομμάτι έχει χαθεί. Το κομμάτι αυτό λέει ότι ναι μεν ο λύκος πάιθανε αλλά υπήρξε ακόμα μία φορά που κάποιος άλλος λύκος προσπάθησε να πλησιάσει την Κοκκινοσκουφίτσα και τη γιαγιά. Αυτή τη δεύτερη φορά και οι δύο, μετά το πρώτο τους πάθημα, είχαν τη σοφία να τον αντιμετωπίσουν χωρίς καθόλου να κινδυνεύσουν.

Η μετάφραση αυτή ήταν ένα τόλμημα ίσως παρακινδυνευμένο, για το λόγο ότι αναφερόμαστε στο πιο γνωστό παραμύθι που υπάρχει σήμερα αλλά και το πιο «φορεμένο», μιας και κυκλοφορούν πάρα πολλές εκδοχές και παραλλαγές του στο εμπόριο και το έχουν μεταπλάσει σε ένα είδος που πιο πολύ εμπορικό είναι παρά παραπέμπει στο κλασικό παραμύθι που κατεγράφη τότε.    

Η Μαρία Τοπάλη, λοιπόν, συνεργαζόμενη με τις εκδόσεις Νεφέλη, έφερε στην επιφάνεια το τόσο γνωστό –θεωρητικά– παραμύθι δίνοντάς του την αληθινή του υπόσταση αλλά και παραδίδοντάς το στη νέα αυτή γενιά με τρόπο που να είναι συμβατός με τις ανάγκες της.

Και κλείνω με μια σκέψη: μήπως, τελικά, σε μια περίοδο που όλα εμπορευματοποιούνται, η πραγματική ανάγκη είναι να επιστρέψουμε πίσω και να δούμε τι έδινε αξία και αναδείκνυε τις σχέσεις των ανθρώπων και να το φέρουμε –ίσως– πίσω; Όχι αναπαράγοντας κάτι που πλέον είναι ξένο με εμάς, αλλά με τρόπο που να αρμόζει στη σημερινή κοινωνία, κοιτάζοντας δημιουργικά και στην ουσία ό,τι έχουν προσφέρει οι πρόγονοι. Γιατί η ύπαρξη του παραμυθιού δεν γινόταν αλλιώς από το να μαζεύονται όλοι μαζί σε μια συντροφιά, να ακούν και να συμμετέχουν.

Την εικονογράφηση της στήλης έχει επιμεληθεί η Πωλίνα Παπανικολάου. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στον σύνδεσμο:

www.polinapapanikolaou.com

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια

Σχολίασε
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια

Μπορείτε να είστε πρώτος που θα αφήσει ένα σχόλιο

Σχολίασε

Όλα τα σχόλια
Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις απαιτούμενες πληροφορίες (*). Βασικός κώδικας HTML επιτρέπεται.